Γιατί η Ελλάδα και η Ευρώπη οφείλουν να επενδύσουν σε ανοικτές τεχνολογικές υποδομές
Η συζήτηση για την ψηφιακή κυριαρχία έχει περάσει πλέον από το επίπεδο της διακήρυξης στο επίπεδο της αναγκαιότητας. Η εξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών από λίγους, πανίσχυρους τεχνολογικούς παρόχους με έδρα κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, ασφάλειας, ανθεκτικότητας και τελικά πολιτικής αυτονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, το ανοιχτό λογισμικό και το ανοιχτό υλικό δεν αποτελούν ιδεολογική επιλογή, αλλά ρεαλιστική στρατηγική.
Η εμπειρία των τελευταίων δεκαπέντε ετών κατέδειξε με σαφήνεια ότι τα κλειστά, ιδιόκτητα συστήματα λειτουργούν ως «μαύρα κουτιά». Ο χρήστης, ακόμη και αν είναι κράτος, δεν έχει ουσιαστικό έλεγχο στο πώς επεξεργάζονται τα δεδομένα του, πού αποθηκεύονται και ποιες εξωτερικές παρεμβάσεις είναι τεχνικά ή νομικά εφικτές. Οι αποκαλύψεις για μαζική παρακολούθηση, αλλά και πρόσφατα περιστατικά όπου κρίσιμες δημόσιες λειτουργίες διακόπηκαν λόγω γεωπολιτικών αποφάσεων τρίτων χωρών, ανέδειξαν τα όρια του μοντέλου «ενοικιαζόμενης κυριαρχίας».
Το ανοιχτό λογισμικό απαντά σε αυτή την πρόκληση με τρεις θεμελιώδεις αρχές. Πρώτον, διαφάνεια. Ο πηγαίος κώδικας είναι ελέγξιμος, άρα η ασφάλεια δεν βασίζεται σε υποσχέσεις, αλλά σε τεχνική επαλήθευση. Δεύτερον, ελευθερία επιλογής. Οι δημόσιοι φορείς μπορούν να αλλάξουν πάροχο χωρίς να αλλάξουν τεχνολογία, αποφεύγοντας τον εγκλωβισμό σε έναν προμηθευτή. Τρίτον, ανθεκτικότητα. Οι λύσεις μπορούν να λειτουργήσουν τοπικά, σε εθνικές ή ευρωπαϊκές υποδομές, ακόμη και σε συνθήκες απομόνωσης.
Ωστόσο, η ψηφιακή κυριαρχία δεν επιτυγχάνεται με την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας. Η Ευρώπη δεν έχει τον χρόνο ούτε τους πόρους να αναπτύξει τα πάντα από το μηδέν. Το κρίσιμο ζητούμενο, όπως αναδείχθηκε και στο EU Open Source Policy Summit 2026, είναι η ενεργή συμμετοχή και επιρροή στα παγκόσμια ψηφιακά κοινά. Τα θεμέλια του σύγχρονου Διαδικτύου, του υπολογιστικού νέφους και της τεχνητής νοημοσύνης έχουν χτιστεί πάνω σε ανοιχτά έργα. Η στρατηγική επιλογή δεν είναι η απομόνωση, αλλά η συνδιαμόρφωση.
Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας είναι καθοριστικός. Για δεκαετίες, πολλές επιχειρήσεις αντιμετώπισαν το ανοιχτό λογισμικό ως «δωρεάν πρώτη ύλη» και όχι ως επένδυση. Αντίθετα, στις ΗΠΑ και στην Κίνα, τόσο ο ιδιωτικός όσο και ο δημόσιος τομέας χρηματοδότησαν συστηματικά οικοσυστήματα ανοιχτού κώδικα, εξασφαλίζοντας τεχνολογική υπεροχή και έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας λογισμικού. Η Ευρώπη οφείλει να καλύψει αυτό το κενό, όχι μόνο με πόρους, αλλά κυρίως με ζήτηση από μεγάλους ευρωπαϊκούς οργανισμούς.
Η δημόσια πολιτική προμηθειών αποτελεί κρίσιμο μοχλό. Όπως έχει τεκμηριωθεί και σε πρόσφατες ελληνικές παρεμβάσεις, οι προμήθειες που ευνοούν τοπικές και ευρωπαϊκές υπολογιστικές υποδομές ενισχύουν την οικονομία και μειώνουν τη διαρροή πόρων προς τρίτες χώρες. Όταν αυτό συνδυάζεται με υποχρέωση υποστήριξης των «upstream» έργων ανοιχτού λογισμικού, διασφαλίζεται η βιωσιμότητα και η ασφάλεια των λύσεων σε βάθος χρόνου. Το ζητούμενο δεν είναι η φθηνότερη προσφορά, αλλά η πιο αξιόπιστη και διατηρήσιμη λύση ανοιχτού λογισμικού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάσταση της τυποποίησης. Η ιστορία δείχνει ότι τα ανοιχτά έργα συχνά προηγούνται των τυπικών προτύπων, λειτουργώντας ως de facto κανόνες της αγοράς. Λειτουργικά συστήματα, υποδομές νέφους και πλαίσια τεχνητής νοημοσύνης ενοποιήθηκαν γύρω από ανοικτές λύσεις πολύ πριν τυποποιηθούν θεσμικά. Για την Ευρώπη, αυτό σημαίνει ότι η συμμετοχή σε ανοιχτά, ουδέτερα οικοσυστήματα αποτελεί τον ταχύτερο δρόμο για εναρμόνιση και κλίμακα, χωρίς νέο εγκλωβισμό.
Η Ελλάδα, αν και μικρή αγορά, διαθέτει ανθρώπινο κεφάλαιο και εμπειρία σε έργα ανοιχτού λογισμικού στον δημόσιο τομέα. Με στοχευμένες επενδύσεις, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαστήριο ευρωπαϊκών πολιτικών, συνδέοντας την έρευνα, τις επιχειρήσεις και τη δημόσια διοίκηση. Η μετάβαση από τον ρόλο του καταναλωτή στον ρόλο του συνδιαμορφωτή δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για να μη μετατραπεί η χώρα, και κατ’ επέκταση η Ευρώπη, σε ψηφιακή αποικία.
Στον πυρήνα της, η ψηφιακή κυριαρχία συνοψίζεται σε τρία ερωτήματα: είμαστε ασφαλείς, μπορούμε να λειτουργήσουμε αυτόνομα, έχουμε πραγματική επιλογή; Το ανοιχτό λογισμικό και το ανοιχτό υλικό είναι η μόνη τεχνολογική προσέγγιση που απαντά καταφατικά και στα τρία. Όχι ως θεωρία, αλλά ως δοκιμασμένη πρακτική. Το παράθυρο ευκαιρίας είναι ανοιχτό, αλλά δεν θα παραμείνει για πάντα.
Πηγές άρθρου:
Linux Foundation Europe, EU Open Source Policy Summit 2026 – How the EU can advance digital sovereignty with open source: Παρέμβαση που τεκμηριώνει γιατί το ανοιχτό λογισμικό αποτελεί τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ψηφιακής κυριαρχίας και αναλύει πέντε πρακτικούς άξονες για ταχεία κλιμάκωση και αποφυγή νέων εγκλωβισμών: https://linuxfoundation.eu
European Open Source Academy, Achieving Digital Sovereignty in Europe with Open Source: Αναλυτική παρουσίαση της έννοιας της ψηφιακής κυριαρχίας, των γεωπολιτικών κινδύνων και των βέλτιστων πρακτικών για βιώσιμες προμήθειες ανοιχτού λογισμικού στον δημόσιο τομέα: https://europeanopensource.academy/news/achieving-digital-sovereignty-europe-open-source
Open Business Observatory ΕΕΛΛΑΚ, Δημόσια πολιτική προμηθειών που ευνοεί την τοπική ανάπτυξη: Τεκμηρίωση της ανάγκης επένδυσης σε τοπικές και ευρωπαϊκές υπολογιστικές υποδομές ως βασικό στοιχείο οικονομικής και ψηφιακής αυτονομίας: https://obs.ellak.gr/2026/02/01/dimosia-politiki-promithion-pou-evnoi-tin-topiki-anaptixi-giati-ellada-ke-evropi-prepi-na-ependisoun-se-topikes-ipologistikes-ipodomes/

