Με την Πράξη για την Ψηφιακή Δικαιοσύνη (Digital Fairness Act – DFA) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φιλοδοξεί να απαντήσει σε μια σειρά επίμονων προβλημάτων που συναντούν καταναλωτές και επιχειρήσεις στο ψηφιακό περιβάλλον: τα παραπλανητικά μοτίβα σχεδιασμού (dark patterns), τον εθιστικό σχεδιασμό, τις αθέμιτες πρακτικές εξατομίκευσης και τιμολόγησης, καθώς και τους καταχρηστικούς όρους στις ψηφιακές συμβάσεις.
Η Πράξη για την Ψηφιακή Δικαιοσύνη
Στο διαδίκτυο, οι καταναλωτές βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με περιβάλλοντα που δεν έχουν σχεδιαστεί για να τους εξυπηρετήσουν, αλλά για να τους αποσπάσουν χρήματα και χρόνο. Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη ότι η συζήτηση γύρω από την DFA έχει ήδη στραφεί σε ορισμένα ζητήματα υψηλής προβολής: τα dark patterns, τον εθιστικό σχεδιασμό και την προστασία των ανηλίκων. Η DFA, ωστόσο, προσφέρει και μια σπάνια ευκαιρία: να ενισχυθεί η πρόσβαση στη γνώση και τον πολιτισμό στην Ευρώπη και να διορθωθούν ορισμένες από τις παθογένειες της αγοράς ψηφιακών αδειών.

Το βάρος της DFA θα πέσει, κατά πάσα πιθανότητα, στις πιο «κλασικές» σχέσεις επιχείρησης–καταναλωτή. Αξίζει όμως να θυμόμαστε ότι οι πρακτικές τις οποίες ανέδειξαν οι εργασίες της Επιτροπής και οι απαντήσεις στη δημόσια διαβούλευση διατρέχουν ολόκληρο το ψηφιακό περιβάλλον. Η αντιμετώπισή τους μέσα από ένα τόσο στενό πεδίο εφαρμογής δεν μπορεί, συνεπώς, παρά να είναι ένα πρώτο βήμα σε μια πολύ ευρύτερη προσπάθεια εξυγίανσης του ψηφιακού χώρου της ΕΕ.
Εξατομικευμένη και αθέμιτη τιμολόγηση
Η συντριπτική πλειονότητα όσων συμμετείχαν στη δημόσια διαβούλευση της Επιτροπής ζήτησε νέους δεσμευτικούς κανόνες για τις πρακτικές εξατομίκευσης. Το ενδιαφέρον της Επιτροπής εστιάζει εδώ κυρίως στη χρήση τεχνικών κατάρτισης προφίλ για την προβολή εξατομικευμένων διαφημίσεων και τον καθορισμό εξατομικευμένων τιμών.
Οι εξελίξεις αυτές δεν άφησαν ανέπαφη την πρόσβαση στη γνώση. Τα τελευταία χρόνια είδαμε να εδραιώνεται η λεγόμενη εκδοτική παρακολούθηση (surveillance publishing) — πρακτική που έχουμε ήδη επικρίνει στο policy paper #19 για τον ψηφιακό δανεισμό. Μεγάλοι εκδότες συγκεντρώνουν τεράστιο όγκο δεδομένων, ενδεχομένως και προσωπικών, από ερευνητές και από κάθε αναγνώστη ψηφιακών έργων. Στον ακαδημαϊκό χώρο, τα δεδομένα αυτά τροφοδοτούν εργαλεία που ανιχνεύουν ερευνητικές τάσεις με βάση την ίδια την ερευνητική συμπεριφορά — εργαλεία που οι ίδιοι εκδότες αναπτύσσουν και πωλούν. Πέρα από αυτό, η πρακτική θέτει σοβαρό ζήτημα ιδιωτικότητας: αναγνώστες σε όλη την Ευρώπη ενδέχεται να προφιλοποιούνται με βάση τις αναγνωστικές τους συνήθειες, χωρίς να το επιθυμούν και χωρίς καν να το γνωρίζουν.
Στο πεδίο της τιμολόγησης, οι φορείς της γνώσης —και ιδίως οι βιβλιοθήκες— αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια μια βαθιά ανισορροπία ισχύος απέναντι στους δικαιούχους. Στις διαπραγματεύσεις αδειοδότησης, η δεσπόζουσα αυτή θέση συχνά χρησιμοποιείται καταχρηστικά: επιβάλλονται αυθαίρετες και δυσανάλογες τιμές στους θεσμικούς φορείς ή τους επιβάλλεται να αδειοδοτούν ολόκληρες δέσμες έργων που δεν χρειάζονται.
Αδειοδότηση και κυριότητα ψηφιακών προϊόντων
Ένα δεύτερο ζήτημα απέκτησε πρόσφατα ισχυρή δυναμική, κυρίως χάρη στην Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών «Stop Destroying Videogames», και κατέχει περίοπτη θέση στις απαντήσεις της διαβούλευσης: η σταδιακή μετάβαση από την κυριότητα στην αδειοδότηση. Η διαβούλευση εστιάζει κατά βάση στα βιντεοπαιχνίδια, το πρόβλημα όμως είναι πολύ ευρύτερο.
Πολλοί κλάδοι έχουν βιώσει αυτή τη μετατόπιση και τις συνέπειές της στη σχέση μας με όσα αγοράζουμε, αλλά ο ευρωπαϊκός τομέας της γνώσης πλήττεται ιδιαίτερα. Ξανά και ξανά διαπιστώνουμε το ίδιο μοτίβο: οι άδειες χρησιμοποιούνται από τους δικαιούχους για να αποκλείσουν χρήσεις που το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας ρητά επιτρέπει και για να ακυρώσουν δικαιώματα των χρηστών μέσω συμβατικών όρων ή τεχνολογικών μέτρων προστασίας.
Όπως επισημάναμε στο policy paper #21 για το δικαίωμα αδειοδότησης και κυριότητας ψηφιακού υλικού, το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ για τις βιβλιοθήκες και τους λοιπούς φορείς γνώσης. Οι οργανισμοί αυτοί στηρίζονται ολοένα περισσότερο σε προσωρινές και ανακλητές άδειες για να συγκροτήσουν και να διατηρήσουν τις ψηφιακές τους συλλογές — και έτσι δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να επιτελέσουν τη δημόσια αποστολή τους, δηλαδή να παρέχουν πρόσβαση στη γνώση.
Πού πηγαίνουμε από εδώ;
Μένει να φανεί ποιες από αυτές τις ανησυχίες θα βρουν τελικά τη θέση τους στην πρόταση της Επιτροπής, ιδίως δεδομένου του σχετικά περιορισμένου πεδίου εφαρμογής της.
Οι αρχές, πάντως, που διαπνέουν την DFA δεν θα πρέπει να σταματούν στα σύνορα του δικαίου προστασίας του καταναλωτή. Αν η ΕΕ εννοεί πραγματικά να οικοδομήσει ένα δικαιότερο ψηφιακό περιβάλλον, η ίδια φιλοδοξία οφείλει να καθοδηγεί και την προσέγγισή της στην πρόσβαση στη γνώση και τον πολιτισμό. Η DFA μπορεί έτσι να γίνει το πρώτο βήμα μιας ευρύτερης προσπάθειας: να λειτουργούν οι ψηφιακές αγορές όχι μόνο για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, αλλά και για τους θεσμούς που διαφυλάσσουν και ανοίγουν την πρόσβαση στην κοινή γνώση και τον πολιτισμό της Ευρώπης.
Πηγή άρθρου: https://communia-association.org/
