Το ελεύθερο λογισμικό κέρδισε — και αυτή ακριβώς είναι η αφετηρία του προβλήματος. Οι άδειες, οι πρακτικές ανάπτυξης και τα εργαλεία που γεννήθηκαν μέσα στο κίνημα του ελεύθερου και ανοιχτού λογισμικού έγιναν ο κανόνας της βιομηχανίας· έργα FOSS τροφοδοτούν σήμερα τις ισχυρότερες εταιρείες του πλανήτη. Παρ’ όλα αυτά, όλο και περισσότεροι άνθρωποι μέσα από το ίδιο το κίνημα διατυπώνουν την αίσθηση ότι κάτι πάει στραβά.
Αυτή η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα της έκθεσης «What Comes After FOSS? Inklings from Three Communities of Practice», που δημοσίευσε στις 28 Ιουλίου 2026 ο κοινωνιολόγος John D. Boy του Πανεπιστημίου του Leiden. Η διάγνωσή του είναι σκληρή: το ελεύθερο και ανοιχτό λογισμικό νίκησε, αλλά η νίκη ήταν πύρρειος. Οι άδειες και οι πρακτικές του έγιναν ο κανόνας της βιομηχανίας, έργα FOSS τροφοδοτούν τις ισχυρότερες εταιρείες του πλανήτη — και ταυτόχρονα το ίδιο το κίνημα βρίσκεται σε αποδιοργάνωση.
Ο Boy ονομάζει τη συγκυρία «μετα-FOSS στιγμή». Δεν εννοεί ότι το ελεύθερο λογισμικό τελείωσε. Εννοεί ότι έπαψε να είναι το αυτονόητο σημείο αναφοράς για όσους φτιάχνουν τεχνολογία με πολιτικό πρόσημο.

Τρεις λόγοι για μια κρίση
Η έκθεση δεν αποδίδει την κρίση σε έναν μόνο λόγο. Προτείνει τρεις έννοιες που, μαζί, εξηγούν γιατί κλονίστηκαν παραδοχές δεκαετιών.
Πρώτον, η αναδρομική αποειδίκευση. Ο ανθρωπολόγος Chris Kelty είχε περιγράψει τους ανθρώπους του ελεύθερου λογισμικού ως ένα «αναδρομικό κοινό»: καθώς επικοινωνούσαν, έφτιαχναν και ξανάφτιαχναν την ίδια την υποδομή που τους επέτρεπε να επικοινωνούν. Σήμερα ισχύει σχεδόν το αντίθετο. Οι μεγάλες εταιρείες καθορίζουν τα πάντα, από τα frameworks μέχρι τα πρότυπα του ιστού — και, όπως γράφει η οικονομολόγος Celia Rikap που επικαλείται η έκθεση, το επιτυχημένο άνοιγμα κώδικα είναι στην ουσία επιβολή προτύπων. Οι προγραμματιστές χτίζουν πάνω σε στοίβες που δεν ελέγχουν, και παραδίδουν στους χρήστες εφαρμογές που ούτε εκείνοι ελέγχουν. Το κόστος έχει όνομα: bloat, burnout, απώλεια της τεχνικής μαστοριάς. «Αυτός που αποειδικεύει, αποειδικεύεται», έγραφε ο μηχανικός Mike Cooley — φράση που ο Boy χρησιμοποιεί σαν σύνθημα.
Δεύτερον, η κρίση νομιμοποίησης. Ακολουθώντας τη Gabriella Coleman, η έκθεση διαβάζει το FOSS ως ένα κατά βάθος φιλελεύθερο εγχείρημα: εμπιστεύεται τις άδειες ως μέσο ρύθμισης και τη διαβούλευση ως μέσο απόφασης. Και τα δύο έχουν κλονιστεί. Ο πολλαπλασιασμός των «ηθικών», αντικαπιταλιστικών και source-available αδειών έβαλε σε δοκιμασία την «ελευθερία μηδέν» — το δικαίωμα χρήσης από τον καθένα, συμπεριλαμβανομένων των πολυεθνικών. Βαρύτερα, όμως, μέτρησαν οι διαμάχες για τη συμπερίληψη και τους κώδικες δεοντολογίας, που ανέδειξαν τα όρια της ατέρμονης συζήτησης σε mailing lists και bug trackers. Η αδυναμία θεσμών όπως το Free Software Foundation να απαντήσουν αξιόπιστα στις καταγγελίες εναντίον του ιδρυτή του, Richard Stallman, τους κόστισε — σύμφωνα με την έκθεση — σχεδόν όλη τους τη νομιμοποίηση.
Τρίτον, οι φραγμοί μάθησης. Η χακερική ηθική, όπως την κατέγραψε ο Steven Levy το 1984, παραμένει ζωντανή σαράντα χρόνια μετά. Ένα από τα αξιώματά της — ότι οι χάκερ κρίνονται αποκλειστικά από το χακάρισμά τους και όχι από «ψεύτικα κριτήρια» — παρήγαγε μια αξιοκρατική αυτοεικόνα που λειτουργεί σαν τείχος απέναντι στην αυτοκριτική. Το ορατό της σύμπτωμα είναι ο τύπος που η έκθεση αποκαλεί «FOSS bro»: ο παντογνώστης που σπεύδει να διορθώσει τους άλλους και, όταν του το επισημάνουν, επιμένει ότι εδώ παίζει ρόλο μόνο η τεχνική γνώση. Το ίδιο σκεπτικό τροφοδοτεί και την αντίδραση στους κώδικες δεοντολογίας, συνήθως με το επιχείρημα ότι «η πολιτική δεν έχει θέση στο λογισμικό» — μια φράση που, όπως σημειώνει ο Boy, κλείνει κάθε συζήτηση πριν καν αρχίσει.
Πού ψάχνουν οι λύσεις
Η έκθεση δεν μένει στη διάγνωση. Ο Boy στράφηκε σε τρεις κοινότητες όπου η απάντηση δοκιμάζεται ήδη στην πράξη — και όπου, όπως λέει, ο κώδικας λειτουργεί ως κριτική: η αλλαγή επιχειρείται από μέσα, με τους όρους των ίδιων των τεχνικών.
Η πρώτη είναι το permacomputing, που γεννήθηκε από μια απρόσμενη συνάντηση: υπαρξιακές ανησυχίες για την κατάρρευση των εφοδιαστικών αλυσίδων και το μινιμαλιστικό κίνημα ψηφιακής τέχνης της demoscene. Το 2020 ο Φινλανδός καλλιτέχνης Viznut έθεσε το ερώτημα πώς δίνουμε στους υπολογιστές μια βιώσιμη θέση σε έναν βιώσιμο πλανήτη. Από τότε γύρω του συγκροτήθηκε μια κοινότητα που ασχολείται εξίσου με την αισθητική, την οικολογία και τις αρχές σχεδίασης: ανάκτηση υλικού, επισκευή, «υπολογιστική διάσωσης», αποανάπτυξη.
Η δεύτερη είναι οι συλλογικότητες διακομιστών — ομάδες που τρέχουν οι ίδιες το email, το chat, την αποθήκευση και τα κοινωνικά τους δίκτυα αντί να τα νοικιάζουν. Η ιστορία τους είναι μακρά: Nadir στη Γερμανία από το 1994, Riseup στις ΗΠΑ, Autistici/Inventati στην Ιταλία, το Indymedia ως κορυφαία στιγμή. Το fediverse τους έδωσε νέα ώθηση. Πολλές είναι φεμινιστικές συλλογικότητες που αντλούν από την αλληλεγγύη, την αυτοδιαχείριση και μια αντίληψη της συντήρησης ως φροντίδας — μέχρι του σημείου να μιλούν για τους διακομιστές τους σαν να έχουν προσωπικότητα, να τους δίνουν όνομα και να τους κρατούν στη ζωή για χρόνια, εκεί όπου η βιομηχανία τους μεταχειρίζεται ως αναλώσιμα.
Η τρίτη είναι οι αποκεντρωμένες τεχνολογίες δικτύωσης, με επίκεντρο το αμερικανικό Spritely Institute και το πρωτόκολλο OCapN. Ο στόχος εδώ είναι να ξεπεραστούν τα όρια του ActivityPub — να πάψει η επιλογή της «instance» να καθορίζει με ποιους μπορεί κανείς να μιλήσει — και να χτιστούν εφαρμογές όπου τα δεδομένα μένουν κοντά στους χρήστες. Το τεχνικό εργαλείο λέγεται object capabilities και επιτρέπει να μοντελοποιηθεί κάτι που τα σημερινά συστήματα κακώς προσποιούνται ότι κάνουν: η συναίνεση.
Τι έδειξε το εργαστήριο
Τον Νοέμβριο του 2025, δύο δεκάδες συμμετέχοντες από την Ευρώπη, την Ασία και τις Αμερικές συναντήθηκαν στο Άμστερνταμ σε ένα διήμερο εργαστήριο με τίτλο «Code as Critique: Relearning Technical Practice in the Ruins of Big Tech». Από τις συζητήσεις αναδύθηκαν τέσσερα μοτίβα.
Πρώτον, η ανάκτηση της πληροφορικής. Μια φράση συνόψισε το κλίμα: οι υπολογιστές δεν ήταν λάθος — τα data centers και οι συσκευές ήταν. Οι συζητήσεις κινήθηκαν από μπαταρίες λάσπης και εικονικές μηχανές σε παλιές κονσόλες μέχρι το βασικό ερώτημα «τι θα έμοιαζε η δουλειά μας χωρίς data centers;». Η απάντηση περνά από την αμφισβήτηση της κλίμακας ως αυτοσκοπού: πολλές καθημερινές εφαρμογές δεν χρειάζεται να εκτεθούν σε ολόκληρο το διαδίκτυο.
Δεύτερον, η οργάνωση. Οι συμμετέχοντες αναζήτησαν πρότυπα διακυβέρνησης παντού εκτός από τους κλασικούς θεσμούς του FOSS: σε κοινοτικούς κήπους, δημόσιες βιβλιοθήκες, σωματεία και συλλόγους, δίκτυα αλληλοβοήθειας, στη θεωρία των κοινών πόρων. Χαρακτηριστικά, όπως παρατηρεί ο Boy, κανείς δεν ανέφερε FSF, OSI ή SFC, ούτε πήρε θέση στο δίλημμα copyleft εναντίον επιτρεπτικών αδειών. Η εργασία της διακυβέρνησης αναγνωρίστηκε ως η δυσκολότερη και η πιο κρίσιμη — και δεν αυτοματοποιείται.
Τρίτον, τα vibes. Ακούγεται επιπόλαιο, αλλά η έκθεση το παίρνει στα σοβαρά. Το σημαντικότερο επίτευγμα του permacomputing, κατά έναν συμμετέχοντα, ήταν ότι «έβγαλε τους χάκερ από το υπόγειο»: δημιούργησε έναν χώρο όπου μπορεί να συμμετέχει κανείς χωρίς να γράφει κώδικα. Η κουλτούρα δεν είναι διακόσμηση γύρω από την τεχνική δουλειά· τα ζητήματα ταυτότητας και του ανήκειν την κινούν από μέσα.
Τέταρτον, το χτίσιμο μιας γειτονιάς. Πώς πείθεις τους υπόλοιπους να νοιαστούν; Η έκθεση επικαλείται την κριτική του Langdon Winner στο κίνημα της «κατάλληλης τεχνολογίας» της δεκαετίας του ’70: δεν αρκεί να φτιάξεις καλύτερη ποντικοπαγίδα. Χρειάζονται γέφυρες — προς την περμακουλτούρα και τους κοινοτικούς κήπους, προς τις τέχνες, προς κοινότητες που ήδη ζουν στα ψηφιακά. Και λιγότερο κήρυγμα: αντί να μαλώνουμε τους χρήστες σαν να τους λέμε να φάνε τα λαχανικά τους, το ερώτημα είναι πώς φτιάχνουμε «μπρόκολο με επικάλυψη σοκολάτας».
Τι μένει
Η έκθεση ζητά να αποσυρθούν δύο ιδέες που, όπως γράφει, έχουν λήξει: ότι η ομότιμη παραγωγή είναι από μόνη της εκδημοκρατιστική, και ότι το χακάρισμα οδηγεί αυτόματα σε κοινωνική αλλαγή. Δεν είναι όμως κείμενο απαισιοδοξίας. Οι στιγμές κρίσης, επιμένει ο Boy, διευκολύνουν την υιοθέτηση νέων μοτίβων δράσης — και οι κοινότητες που περιγράφει δείχνουν ότι η συλλογική μάθηση ήδη συντελείται.
Ο ίδιος είναι ο πρώτος που βάζει τα όρια της δουλειάς του: ονομάζει τα ευρήματά του «υπαινιγμούς» και παραδέχεται ότι η οπτική του παραμένει ευρωκεντρική, ζητώντας έρευνα σε Λατινική Αμερική και αλλού. Η αξία της έκθεσης δεν είναι πάντως ότι δίνει απαντήσεις. Είναι ότι διευρύνει τον χάρτη — και δείχνει πού συζητιέται σήμερα το ερώτημα «τι είδους υπολογιστική χρειαζόμαστε»: λιγότερο σε διαμάχες περί αδειών, περισσότερο σε εργαστήρια επισκευής, σε φεμινιστικούς διακομιστές και σε πρωτόκολλα που προσπαθούν να κωδικοποιήσουν τη συναίνεση.
Πηγή άρθρου: https://infrastructureinsights.fund/
