Η ενωσιακή πολιτική επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό μοτίβο: ανακοινώνεται ένα εντυπωσιακό ποσό, το οποίο όμως συγκροτείται ανασυσκευάζοντας κονδύλια που έχουν ήδη δεσμευτεί.
Στις 9 Απριλίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σηματοδότησε τη συμπλήρωση ενός έτους από το AI Continent Action Plan, διατυμπανίζοντας ότι «1 δισ. ευρώ σε προσκλήσεις χρηματοδότησης [έχει] ήδη προβλεφθεί» για την προώθηση της υιοθέτησης της ΤΝ μέσω της στρατηγικής Apply AI. Η χρηματοδότηση αυτή προέρχεται κυρίως από το Horizon Europe, το βασικό πρόγραμμα έρευνας και καινοτομίας της ΕΕ, και από το Digital Europe Programme, που στηρίζει την ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών και ικανοτήτων.
Για όποιον παρακολουθεί την πολιτική της ΕΕ για την ΤΝ, το ποσό του 1 δισ. μάλλον θα φαντάζει γνώριμο.
Τον Δεκέμβριο του 2018, το Coordinated Plan on Artificial Intelligence της Επιτροπής είχε ήδη θέσει ως στόχο η Ένωση να επενδύει τουλάχιστον 1 δισ. ευρώ ετησίως στην ΤΝ στο πλαίσιο του τότε επικείμενου δημοσιονομικού κύκλου 2021–2027, «ιδίως μέσω του νέου Digital Europe Programme και του Horizon Europe».
Οκτώ χρόνια αργότερα, το ίδιο ακριβώς ποσό ανακοινώθηκε ως νέο ορόσημο.
Για να πάρουμε μια τάξη μεγέθους: η έκθεση του ΟΟΣΑ για το 2025 εκτίμησε τις συνολικές επενδύσεις σε ΤΝ στις 27 χώρες της ΕΕ για το 2023 σε περίπου 257 δισ. ευρώ. Αν αφαιρέσουμε την Έρευνα & Ανάπτυξη —που χρηματοδοτεί τη δημιουργία της ΤΝ και όχι την υιοθέτησή της, και δεν αποτελεί το αντικείμενο της στρατηγικής Apply AI— απομένουν περίπου 224 δισ. ευρώ που κατευθύνονται ετησίως στις κατηγορίες που συνιστούν αξιοποίηση της τεχνολογίας. Από αυτά τα 224 δισ. ευρώ, περίπου 64 δισ. αφορούν δημόσια δαπάνη. Το πολυδιαφημισμένο 1 δισ. ευρώ τοποθετείται πάνω σε αυτό ακριβώς το φόντο.
Η εξήγηση για την ισχνή συνεισφορά της Επιτροπής είναι σχετικά απλή. Η Επιτροπή λειτουργεί εντός των περιορισμών του επταετούς δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ και δεν μπορεί να δημιουργήσει μονομερώς νέους δημοσιονομικούς πόρους για την ΤΝ. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να επανακαθορίσει προτεραιότητες και να ανασυσκευάσει χρηματοδότηση εντός προγραμμάτων που είχαν ήδη εγκριθεί (όπως το Horizon Europe ή το Digital Europe).
Όταν η Επιτροπή βρίσκεται υπό εξωτερική πίεση και υπό την ολοένα ισχυρότερη αίσθηση ότι η Ευρώπη «μένει πίσω» στον «αγώνα» της ΤΝ, η ανασυσκευασία είναι το εργαλείο που έχει στη διάθεσή της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανακατανομή δημόσιων κονδυλίων εντός των ενωσιακών προγραμμάτων χρηματοδότησης είναι κενή νοήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, αντανακλά μια αντίληψη της ΤΝ ως αρκετά ώριμης και έτοιμης προς ανάπτυξη: δεν αντιμετωπίζεται πλέον κυρίως ως κάτι που πρέπει να μελετηθεί, να αποτελέσει αντικείμενο πειραματισμού ή να στηριχθεί μέσω ερευνητικών επιχορηγήσεων, αλλά ως κάτι που πρέπει να εμπορευματοποιηθεί, να κλιμακωθεί και να διαχυθεί σε ολόκληρη την οικονομία.

Τα 200 δισ. ευρώ που ανακοίνωσε η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Φον ντερ Λάιεν, στο Paris AI Action Summit τον Φεβρουάριο του 2025 εφάρμοσαν την ίδια λογική σε βιομηχανική κλίμακα και πρόσθεσαν κάτι νέο: μια ευθυγράμμιση με διεθνείς ιδιώτες επενδυτές, η οποία θα διαμόρφωνε τους ίδιους τους όρους της ενωσιακής πολιτικής για την ΤΝ.
Αναλυτικά, αυτά τα 200 δισ. ευρώ είναι:
- 50 δισ. ευρώ από την Επιτροπή, συγκεντρωμένα από προγράμματα που είχαν θεσμοθετηθεί πολύ πριν από το Παρίσι (και, κατά πάσα πιθανότητα, από συνεισφορές των κρατών-μελών —αν και αυτό δεν προέκυπτε με σαφήνεια από την ομιλία της Προέδρου Φον ντερ Λάιεν στο Παρίσι ούτε από το επακόλουθο δελτίο Τύπου), τα οποία συναποτελούν μια πρωτοβουλία «InvestAI».
- 150 δισ. ευρώ που δεσμεύτηκαν για περίοδο πέντε ετών από ιδιώτες, διεθνείς επενδυτές (μεταξύ των οποίων οι Blackstone, KKR, EQT, General Catalyst και Warburg Pincus) μέσω της EU AI Champions Initiative.
Δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί αν οι διαχειριστές κεφαλαίων πίσω από το νούμερο των 150 δισ. αποτελούν όντως πρόσθετη χρηματοδότηση, ή αν πρόκειται, σε μεγάλο βαθμό, για κεφάλαια που έτσι κι αλλιώς κατευθύνονταν ήδη προς την ευρωπαϊκή ΤΝ. Κάτι τέτοιο θα αντανακλούσε μια ωριμάζουσα αγορά, τις υψηλές αποτιμήσεις των αμερικανικών εταιρειών ΤΝ σε σχέση με τα έσοδά τους, καθώς και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του ταλέντου βρίσκεται εδώ, στην Ευρώπη. Η χρηματοδότηση επιχειρηματικών κεφαλαίων (VC) προς ευρωπαϊκές εταιρείες ΤΝ αυξήθηκε από λίγο πάνω από 10 δισ. δολάρια το 2024 σε περίπου 17,5 δισ. δολάρια το 2025 —την πρώτη χρονιά που η ΤΝ αναδείχθηκε στον κορυφαίο τομέα για επενδύσεις venture capital στην Ευρώπη. Μήπως, λοιπόν, τα κεφάλαια έρχονταν ούτως ή άλλως;
Αν ισχύει αυτό, τότε η ουσία της υπόθεσης δεν βρίσκεται τόσο στα ποσά, όσο στους όρους που τα συνοδεύουν και στους συμβιβασμούς που αυτοί συνεπάγονται.
Η δέσμευση των ιδιωτικών φορέων ήταν ρητά υπό όρους: να δημιουργήσει η Ευρώπη «ένα διαφανές και στοχευμένο, καθοδηγούμενο από τον ανταγωνισμό πλαίσιο για την ΤΝ», «εξορθολογίζοντας και απλοποιώντας» τους νόμους —έκφραση που, στην αργκό των Βρυξελλών, σημαίνει απορρύθμιση.
Αυτό έχει σημασία, γιατί αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνευτεί η δέσμευση του Παρισιού.
Η βαρύτητα της δέσμευσης έγκειται λιγότερο στην κινητοποίηση νέων κεφαλαίων και περισσότερο στο ότι η Επιτροπή συμβάλλει στην προβολή μιας αφήγησης περί σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και περί επιχειρηματικού δυναμισμού, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιεί τη στήριξη των επενδυτών για να ενισχύσει το επιχείρημα υπέρ της απορρύθμισης.
Οι όροι αυτοί, ωστόσο, δεν περιορίζονται στη ρύθμιση και μόνο.
Όπως υποστηρίζει ο Leevi Saari στην πρόσφατη εργασία του, αυτό που αναδύεται στην τρέχουσα προσέγγιση της ΕΕ ως προς τη βιομηχανική πολιτική για την ΤΝ είναι μια «αντιστροφή της αιρεσιμότητας» (inversion of conditionality): «αντί το κράτος να επιβάλλει όρους στο κεφάλαιό του, στρατηγικά ευθυγραμμισμένοι ιδιώτες χρηματοδότες ενδέχεται να θέτουν όρους για τη συνεργασία τους», με αποτέλεσμα «η επιδίωξη εξωτερικής κυριαρχίας εκ μέρους της ΕΕ να επιδοτείται από μια μείωση της αυτονομίας της εγχώριας πολιτικής σφαίρας».
Έτσι, στο όνομα της κάλυψης της απόστασης στον παγκόσμιο αγώνα της ΤΝ, δημόσιοι πόροι —νόμοι και κεφάλαια— ανακατευθύνονται για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των διεθνών επενδυτών.
Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι οι χώροι όπου λαμβάνονται αυτές οι πολιτικές αποφάσεις —όπως και οι επιλογές για το τι είδους ΤΝ κατασκευάζεται με δημόσιο χρήμα— είναι ακόμη λιγότερο διαφανείς από τις νομοθετικές διαδικασίες στην Ευρώπη. Εκείνες οι νομοθετικές αρένες δεν υπήρξαν ποτέ πλήρως ανοιχτές ή θωρακισμένες απέναντι στην εταιρική επιρροή, όπως έχει δείξει επανειλημμένα η επίμονη (και επιτυχημένη) άσκηση πιέσεων από μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες. Δημιουργούσαν, ωστόσο, πιο ορατά σημεία αμφισβήτησης, τεκμηρίωσης και δημόσιου διαλόγου από ό,τι τα φόρα όπου διαμορφώνεται η βιομηχανική πολιτική της ΕΕ για την ΤΝ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: πώς κατέληξε η Επιτροπή στα AI gigafactories ως απάντηση στο πεδίο της βιομηχανικής πολιτικής, και στον φάκελο των περίπου 20 δισ. ευρώ που συγκεντρώνεται πλέον γύρω από αυτά; Η απάντηση είναι ακόμη λιγότερο προσβάσιμη από τα ήδη ατελή κανάλια ελέγχου που συνόδευαν τη ρυθμιστική ατζέντα της Ευρώπης.
Το συμπέρασμα από την παρακολούθηση αυτής της μετατόπισης είναι ότι η ενασχόληση με τη νομοθεσία δεν αρκεί πλέον από μόνη της. Ένα ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο εξουσίας ασκείται μέσω επενδυτικών αποφάσεων, βιομηχανικών συμπράξεων και εκτελεστικών επιλογών για τις υποδομές. Ανακοινώσεις που υποτίθεται ότι αποτυπώνουν σημαντική δημόσια επένδυση, στην πραγματικότητα σηματοδοτούν μια ευθυγράμμιση της δημόσιας στρατηγικής με το ιδιωτικό συμφέρον. Καθώς το κέντρο βάρους της διακυβέρνησης της ΤΝ στην Ευρώπη μετατοπίζεται από τη νομοθεσία στη βιομηχανική πολιτική, το να καταστούν ορατοί αυτοί οι χώροι αποτελεί το πρώτο βήμα για να καταστούν και υπόλογοι.
Πηγή άρθρου: https://openfuture.eu/
