ΕΛ/ΛΑΚ | creativecommons.gr | mycontent.ellak.gr |
freedom

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπονομεύει την ουδετερότητα του διαδικτύου

Ο νέος Νόμος για τα Ψηφιακά Δίκτυα (Digital Networks Act) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απειλεί να ανατρέψει σχεδόν μια δεκαετία προστασίας της ουδετερότητας του διαδικτύου στην Ευρώπη. Αυτό που παρουσιάζεται ως απλή τεχνική αναβάθμιση θα μπορούσε στην πραγματικότητα να παραδώσει τον έλεγχο του ανοιχτού διαδικτύου στα χέρια πολιτικών, να ανοίξει τον δρόμο για «ταχείες λωρίδες» επί πληρωμή και να αποδυναμώσει τις ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές.

Τι συμβαίνει

Στις 21 Ιανουαρίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την πολυαναμενόμενη πρόταση για τον Νόμο για τα Ψηφιακά Δίκτυα. Η πρόταση παρουσιάστηκε ως τεχνικός εκσυγχρονισμός των ευρωπαϊκών κανόνων τηλεπικοινωνιών, με δηλωμένο στόχο την τόνωση των επενδύσεων σε προηγμένες ψηφιακές υποδομές και τη βελτίωση της διασυνδεσιμότητας μεταξύ των κρατών-μελών.

Στην πραγματικότητα όμως, η πρόταση πηγαίνει πολύ πιο μακριά. Στην τρέχουσα μορφή της, σηματοδοτεί μια ριζική απομάκρυνση από τις θεμελιώδεις αρχές που διασφαλίζουν εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια ένα ανοιχτό και ουδέτερο διαδίκτυο.

«Εκσυγχρονισμός» δεν σημαίνει πάντα πρόοδος

Η Επιτροπή παρουσιάζει τον νέο νόμο ως αναγκαία επικαιροποίηση ξεπερασμένων κανόνων, προκειμένου να προετοιμαστούν τα ευρωπαϊκά δίκτυα για τις τεχνολογίες του μέλλοντος. Η υπόθεση αυτή όμως είναι παραπλανητική.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο για την ουδετερότητα του διαδικτύου δεν είναι καθόλου απαρχαιωμένο. Αντιθέτως, εξελίσσεται διαρκώς εδώ και μια δεκαετία μέσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις αποφάσεις ρυθμιστικών αρχών σε όλα τα κράτη-μέλη και τις επανειλημμένες κατευθυντήριες οδηγίες του BEREC (Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών). Χάρη σε αυτές τις προστασίες, η διαδικτυακή κίνηση αντιμετωπίζεται ισότιμα — μια αρχή που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του ανταγωνισμού, της καινοτομίας και της ελευθερίας έκφρασης στο διαδίκτυο.

Αντί λοιπόν να χτίσει πάνω σε αυτά τα θεμέλια, ο νέος νόμος τα γκρεμίζει.

Χάνοντας την πυξίδα

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές είναι η κατάργηση βασικών νομικών αιτιολογικών σκέψεων που αποτελούσαν για χρόνια οδηγό στην εφαρμογή της ουδετερότητας του διαδικτύου. Οι διατάξεις αυτές δεν ήταν απλό διακοσμητικό κείμενο — καθόριζαν τον τρόπο με τον οποίο δικαστές και ρυθμιστικές αρχές ερμήνευαν τον νόμο σε πραγματικές υποθέσεις.

Με τη διαγραφή 18 από τις 19 αιτιολογικές σκέψεις, ο νέος νόμος περιορίζει δραστικά τη νομική σαφήνεια και αποδυναμώνει τα δικαιώματα των πολιτών. Δημιουργείται έτσι ένα θολό τοπίο όπου οι μεγάλες εταιρείες θα μπορούν ευκολότερα να διεκδικήσουν προτεραιότητα επί πληρωμή και άλλες μορφές διακριτικής μεταχείρισης της κίνησης δεδομένων.

Παραθυράκι για «ταχείες λωρίδες» επί πληρωμή

Οι λεγόμενες «εξειδικευμένες υπηρεσίες» — δηλαδή υπηρεσίες που απολαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση στο δίκτυο — αποτέλεσαν κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης στην αρχική συζήτηση για την ουδετερότητα του διαδικτύου. Η ευρωπαϊκή προσέγγιση τις επέτρεπε μόνο όταν ήταν τεχνικά αναγκαίες και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα έβλαπταν το ανοιχτό διαδίκτυο.

Αυτή η λεπτή ισορροπία διατηρήθηκε και επικαιροποιήθηκε από τους αρμόδιους ρυθμιστές. Το 2020 εξέδωσαν κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της ουδετερότητας του διαδικτύου στο πλαίσιο της τεχνολογίας 5G και του τεμαχισμού δικτύου (network slicing). Αυτή τη στιγμή μάλιστα διεξάγεται δημόσια διαβούλευση για περαιτέρω προσαρμογές, αν οι νέες τεχνολογίες το απαιτήσουν.

Η πρόταση για τον νέο νόμο όμως έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με αυτή τη διαδικασία: θα παραχωρούσε στην Επιτροπή μονομερή εξουσία να καθορίζει πότε επιτρέπονται οι «ταχείες λωρίδες», παρακάμπτοντας ενδεχομένως τις ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές και τις οδηγίες του BEREC. Πρόκειται για ωμή πολιτική παρέμβαση σε ό,τι υποτίθεται πως ήταν αμερόληπτη εφαρμογή του νόμου από ειδικούς.

Η επιστροφή του «δίκαιου μεριδίου»

Άλλη μια επικίνδυνη ιδέα που αναβιώνει με τον νέο νόμο είναι τα τέλη δικτύου, γνωστά και ως «δίκαιο μερίδιο» (fair share). Η έννοια αυτή προέρχεται από την εποχή της παραδοσιακής τηλεφωνίας, όπου τα δίκτυα χρέωναν τέλη για τον απλό τερματισμό κλήσεων. Οι μεγάλοι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι κέρδιζαν χρήματα απλώς και μόνο επειδή οι πελάτες τους δέχονταν κλήσεις. Το διαδίκτυο όμως δεν λειτούργησε ποτέ με αυτή τη λογική.

Η συντριπτική πλειοψηφία των διασυνδέσεων μεταξύ δικτύων (peering) — πάνω από το 99% του συνόλου — γίνεται χωρίς οικονομικό διακανονισμό, καθώς η ίδια η παγκόσμια διασυνδεσιμότητα είναι το προϊόν που πωλούν οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου. Η επιβολή τελών για τη βασική πρόσβαση θα στρεβλώσει αυτό το μοντέλο, θα ανεβάσει το κόστος των υπηρεσιών και θα στήσει νέα εμπόδια στις νεοσύστατες επιχειρήσεις και τους μικρότερους παρόχους.

Υπονόμευση της ρυθμιστικής ανεξαρτησίας

Η πρόταση προβλέπει επίσης τη μετατροπή του γραφείου του BEREC σε Γραφείο Ψηφιακών Δικτύων, δίνοντας παράλληλα στην Επιτροπή πρόσβαση σε εσωτερικές συζητήσεις και ομάδες εργασίας. Μπορεί να ακούγεται σαν απλή διοικητική αναδιάρθρωση, στην πράξη όμως πλήττει την ανεξαρτησία και την εμπιστευτικότητα που είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική εφαρμογή της ουδετερότητας του διαδικτύου και των λοιπών κανόνων τηλεπικοινωνιών.

Ανεξάρτητες αρχές όπως ο BEREC έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού στηρίζοντας τις αποφάσεις τους σε τεκμηριωμένα στοιχεία και τεχνική εμπειρογνωμοσύνη. Όταν πολιτικά διορισμένοι αξιωματούχοι αποκτούν θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, η αμερόληπτη εφαρμογή του νόμου κινδυνεύει να υποκατασταθεί από πολιτικά παζάρια. Κάτι τέτοιο θα έπληττε ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς και την ικανότητα των ρυθμιστών να ασκούν απρόσκοπτα το έργο τους.

Επίλογος

Ο Νόμος για τα Ψηφιακά Δίκτυα, στη μορφή που παρουσιάζεται σήμερα, δεν αποτελεί τη μεταρρύθμιση που χρειάζεται η Ευρώπη. Αντί να ενισχύει τη σαφήνεια και την ασφάλεια δικαίου, αποδυναμώνει κεκτημένα που κερδήθηκαν με κόπο, συγκεντρώνει εξουσίες σε πολιτικά όργανα και θέτει σε κίνδυνο το ανοιχτό και ουδέτερο διαδίκτυο.

Ό,τι παρουσιάζεται ως απλοποίηση είναι, για ακόμη μια φορά, διάβρωση.

Η πρόταση περνά τώρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Οι νομοθέτες καλούνται να επιλέξουν: θα υπερασπιστούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες του διαδικτύου ή θα τις αφήσουν να καταρρεύσουν υπό το πρόσχημα της μεταρρύθμισης;

Πηγή άρθρου: https://edri.org/

Leave a Comment